ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΤΑΙΝΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

Γενικά μέσα από το blog αυτό, συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε την άποψη μας για τις ταινίες που προβάλουμε. Ειδικά στην ταινία  "Beneath Everest", υπήρξαν διαφωνίες στη συζήτηση. Εμείς δεν "κρύψαμε" ότι διαφωνούμε σοβαρά με την ταινία, γιατί κινείται στη λογική του "σάντουϊτς" (ο "'αμαχος πλυθησμός" υποφέρει από τη βία και των δύο), εξισώνοντας το λαϊκό αγώνα του νεπαλέζικου λαού και των μαοϊκών, με το βασιλικό στρατό που υπεράσπιζε τη φeουδαρχία και το σύστημα των καστών και της φεουδαρχίας.

Αυτή η βία, των μαοϊκών που "δε σέβονται" τα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν που εξασφάλισε το γκρέμισμα της μοναρχίας μετά από 240 χρόνια. Αυτή τη βία που οδήγησε στην "δημοκρατία", που τάχα σέβονται ο ΟΗΕ, οι ΜΚΟ, και οι ρεφορμιστές που προωθούν και χρηματοδοτούν "ανεξάρτητα" ντοκυμαντέρ (πάντα με την άποψη του "σάντουιτς").

Στην πιο επίμαχη σκηνή της ταινίας, επί πολλή ώρα προβάλλονται συνεντεύξεις συγγενών θυμάτων των μαοϊκών, που συμμετείχαν στην "επιτροπή άμυνας του χωριού" (= τάγμα ασφαλείας του χωριού). Η ίδια η ταινία, ομολογεί σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, ώστε ο θεατής να μην το παρατηρήσει, ότι οι παρακρατικοί λίντσαραν και δολοφονούσαν κόσμο. Στηρίζοντας ένα καθυστέρημενο κοινωνικό σύστημα, που καθιστούσε ανθρώπους κατώτερους από άλλους, επειδή είναι νταλίτ,  ακτήμονες, ή γυναίκες. Που απαγόρευε μέχρι και να ακουμπήσουν ή να παντρευτούν άτομα από ανώτερες κάστες. Ανάμεσα σε αυτά λοιπόν τα αντιμαχόμενα μέρη, κρατάσει την ύπουλη και δήθεν "αντικειμενική" στάση το ντοκυμαντέρ αυτό. Ωμή ομολογία του ποιόν υπηρετούν αυτοί οι άνθρωποι, είναι η άποψη του υπέυθυνου του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα: "Στην ιστορία του Νεπάλ, τα 10 χρόνια του εμφυλίου ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων" Αφήνοντας στο απυρόβλητο 240 χρόνια μοναρχίας, σκοταδιού, φτώχειας και καταπίεσης!
Η εξίσωση της βίας των από πάνω με την βία των από κάτω, είναι η γραμμή όλων αυτών που φοβούνται την κοινωνική αλλαγή. Με την "ευαισθησία" τους,  αφαιρούν το δικαίωμα των λαών στην επανάσταση, εώς και στο πιο σάπιο και καθυστερημένο καθεστώς. Είναι αυτοί που αύριο θα κλαίνε, για το δράμα των φτωχών φυλών της Ινδίας, και σήμερα εξισώνουν τη βία των μαοϊκών με τις ορδές του ινδικού στρατού.

Σε κάθε περίπτωση, εμείς προσυπογράφουμε την άποψη ενός μαοϊκού αντάρτη που μιλάει στο ντοκυμαντέρ:
"ΕΝΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΟΠΛΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ ΜΕ ΤΑ ΟΠΛΑ"

Θα θέλαμε φυσικά να διαβάσουμε και σχόλια πάνω στο θέμα.

Σε κάθε περίπτωση, η ταινιοκριτική που δημοσιεύτηκε στην Αντιγειτονιά, μας καλύπτει απόλυτα:




Πριν κανένα μήνα ένας σύντροφος μου έστειλε ένα λινκ για μια ταινία - ντοκιμαντέρ που αφορά το Νεπάλ. Δεδομένου του ενδιαφέροντος που δείχνουμε όλοι, τουλάχιστον στο πολιτικό μας χώρο, για τις εξελίξεις στη χώρα αυτή επικοινώνησα και μου την έστειλαν. Με το κείμενό μου αυτό, που αρκετά σημεία του τα ξεσήκωσα από αντίστοιχη κριτική στο ιστολόγιο kasama με την οποία συμφωνώ απόλυτα, επιχειρώ μια πρώτη προσέγγιση. Η ταινία αυτή παίχτηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας στο στέκι Σφεντόνα στη Θεσσαλονίκη και πολύ θα ήθελα να δω στο ιστολόγιό του και μια κριτική για την ταινία αλλά και ένα ρεπορτάζ για τη συζήτηση που ακολούθησε! Άλλωστε με άλλο μάτι βλέπει κανείς μια ταινία στο κομπιούτερ και αλλιώς μπορεί να τη κρίνει μέσα από μια συλλογική διαδικασία - συζήτηση. (Όχι σύντροφοί μου από τη Θεσσαλονίκη, δεν δίνω "γραμμή", τη γνώμη σας ζητάω!!!). Για την ιστορία την σκηνοθεσία του ντοκιμαντέρ την έκανε ο Νεπαλέζος Tulsi Bhandari. Η ιστοσελίδα της είναι σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.beneath-everest.com/
Κάτω από το Έβερεστ
Η ταινία αυτή αν και προσπαθεί να κρατήσει «ίσες αποστάσεις» στο ζήτημα του Νεπάλ, αν και αναρωτιέται κατά πόσο χρήσιμη είναι η βία (έτσι γενικά και αόριστα) στη περίπτωση του Νεπάλ, κατά τη γνώμη μου τελικά δεν τα καταφέρνει ούτε ίσες αποστάσεις να κρατήσει ούτε να μας κάνει να καταδικάσουμε την επαναστατική βία! Κινείται στη λογική ενός αόριστου δυτικού ανθρωπισμού, που το μόνο που βλέπει είναι η βία και οι σκοτωμοί χωρίς όμως να αναρωτιέται για το ποιος φταίει ή για να το διατυπώσω καλύτερα ναι μεν παραδέχεται ότι η βία προέρχεται από το καθεστώς αλλά αναρωτιέται αν η βία αυτών που την υφίστανται είναι απαραίτητη!  Και δεν τα καταφέρνει παρά και την απόκρυψη κάποιων στοιχείων – «λεπτομερειών». Η πραγματικότητα είναι τόσο αδυσώπητη, ιδιαίτερα σε χώρες σαν το Νεπάλ,  που όσο και να προσπαθεί κάποιος δεν μπορεί να την αποκρύψει.
Ξεκινάει και τελειώνει για παράδειγμα με τη σκηνή του πιτσιρικά που αναρωτιέται γιατί του σκότωσαν τον πατέρα, μας λέει στα μισά ότι τον πατέρα του τον σκότωσαν οι μαοϊκοί γιατί ήταν μέλος των «Επιτροπών Άμυνας των Χωριών» δε μας λέει όμως ότι αυτές οι επιτροπές δημιουργήθηκαν από το μοναρχικό καθεστώς σαν ασφαλίτικοι και κατασταλτικοί μηχανισμοί, ότι στο όνομα του κυνηγιού των μαοϊκών και με τη κατηγορία της βοήθειας προς αυτούς κατέστρεψαν και κατέκαψαν χωριά ολόκληρα και ότι είναι υπεύθυνες για τον βιασμό εκατοντάδων γυναικών. Βέβαια σε ένα προσεκτικό θεατή δεν μπορεί να ξεφύγει ότι ανάμεσα σε αρκετές συγκινητικές συνεντεύξεις «θυμάτων» των μαοϊκών που κλαίνε για τα χαμένα τους παιδιά, κάπου, από λόγια χωρικού και πάλι, βγαίνει και το ότι οι χωρικοί τρομοκρατούνται από αυτές τις λεγόμενες επιτροπές άμυνας.
Στη ταινία παίζουν πολλές συνεντεύξεις ανθρώπων ΜΚΟ, δυτικών «ανθρωπιστών», εκπροσώπων του ΟΗΕ αλλά και Μαοϊκών, ακόμη και του ηγέτη του ΕΚΚΝ (μ) Πρασάντα. Οι πρώτοι παρουσιάζονται ως ανθρωπιστές που ανησυχούν για τη βία και τα ανθρώπινα δικαιώματα του Νεπαλέζικου λαού και οι δεύτεροι μέσω των ερωτήσεων γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστούν σαν οι κατ’ εξοχήν οπαδοί της βίας. Αλλά ακόμη και σε αυτό η ταινία αποτυχαίνει! Γιατί δεν μπορεί να ξεπεράσει την καθεστωτική βία που προκάλεσε την αντίσταση του Νεπαλέζικου λαού, τη μαζική του υποστήριξη στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό και στο ΕΚΚΝ (μ).
Μετά τη πρώτη σκηνή με τον πιτσιρικά ακολουθεί συνέντευξη του παρουσιαζόμενου ως καθηγητή πολιτικών επιστημών Kapil Shrestha, ο οποίος μας λέει: «Μέχρι πολύ πρόσφατα, το Νεπάλ ήταν γνωστό ως μια πολύ ήσυχη, όμορφη χώρα που κατοικείται από χαμογελαστά πρόσωπα. Αλλά αυτό δεν είναι πλέον έτσι.»!!!! Δε μιλάμε δηλαδή για μια χώρα που το 42% του λαού της ζούσε κάτω από το όριο φτώχειας, που χιλιάδες πέθαιναν από πείνα, που οι γυναίκες εκτός από «περιουσιακό στοιχείο» οδηγούνταν μαζικά στην Ινδία για να «εργαστούν» ως ιερόδουλες! Οι Νταλίτ, άνθρωποι της κατώτερης κάστας που δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα, που δε μπορούν ούτε καν τη σκιά τους να ρίξουν στα αφεντικά τους, οι ακτήμονες που δούλευαν ήλιο με ήλιο για να βλέπουν τα παιδιά τους να λιμοκτονούν, για αυτόν τον κύριο πρέπει να ήταν πολύ χαρούμενοι για τη …μοίρα τους!
Οι μαοϊκοί στη ταινία έρχονται μονίμως και κουραστικά αντιμέτωποι με το ερώτημα: «Πως δικαιολογείται εκ μέρους σας τη χρήση βίας;» για να πάρουν, αυτοί που …αναρωτιούνται την απάντηση «γιατί είναι αυτό το σύστημα που είναι βίαιο, αυτός ο στρατός που μας βιάζει και μας δολοφονεί, και αγωνιζόμαστε εναντίον του και δεν λυπόμαστε για αυτό». Τους το λένε παιδιά που αγαπούν την επανάσταση, Dalits που συμμετέχουν ισότιμα σε αυτήν, οι γυναίκες που παίζουν σημαντικό, αν όχι το σημαντικότερο, ρόλο σε αυτήν, οι ηλικιωμένοι οι οποίοι βλέπουν ένα καλύτερο μέλλον σε αυτήν, αλλά οι ιστορίες τους πέφτουν στο κενό για τους δημιουργούς της ταινίας.
Δεν μπορούν όμως να ξεφύγουν από την πραγματικότητα, ότι η επανάσταση έχει πραγματικά την υποστήριξη των καταπιεσμένων του Νεπάλ, αλλιώς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει όχι δέκα χρόνια αλλά ούτε 10 μέρες, όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο μέσω της «αντικειμενικής» αφήγησης της ταινίας.
Τα λόγια της Διεθνούς ακόμη ηχούν αληθινά: «δεν χρειαζόμαστε συγκαταβατικούς σωτήρες!»
Η ταινία αυτή αποδυκνείει για άλλη μια φορά ότι η λογική των ίσων αποστάσεων οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στην υποστήριξη των ισχυρών της κάθε χώρας  αλλά και όλου του πλανήτη. Στη διαμάχη μεταξύ λαών και καταπιεστών δεν χωρούν ίσες αποστάσεις ή με τον ένα θα είσαι ή με τον άλλο. 
Δημήτρης Ν.